Οι Καταβασίες και ο κανόνας του Όρθρου της Υπαπαντής με ερμηνεία
ΚΑΤΑΒΑΣΙΕΣ
Ωδή α’
Χερσον αβυσσοτόκον πέδον ήλιος, επεπόλευσέ ποτε· ωσεί τείχος γαρ επάγη, εκατέρωθεν ύδωρ, λαώ πεζοποντοπορούντι, και θεαρέστως μέλποντι. Άσωμεν τω Κυρίω· ενδόξως γαρ δεδόξασται.
Μετάφραση
Στο στερεό βυθό, που τα ύδατα της αβύσσου κρατεί, άπλωσε κάποτε τις ακτίνες του ο ήλιος,, γιατί το νερό πηγμένο υψώθηκε σαν τείχος εκατέρωθεν για να περάσει ο λαός πεζός, θεάρεστα ψάλλοντας: ας αναμέλψουμε ύμνους στον Κύριο, γιατί υπέρμετρη έχει δόξα.

Ωδή γ’
Το στερέωμα, των επί σοι πεποιθότων, στερέωσον Κυριε την Εκκλησίαν, ην εκτήσω, τω τιμίω σου αίματι.
Μετάφραση
Συ Κύριε, που είσαι η προστασία όλων εκείνων που έχουν εμπιστοσύνη σε Σε, στερέωσε την Εκκλησία, την οποίαν έκαμες δική Σου με το τίμιο αίμα Σου.

Ωδή δ’
Εκάλυψεν ουρανούς, η αρετή σου Χριστέ· της κιβωτού γαρ προελθών,του αγιάσματός σου, της αφθόρου Μητρός, εν τω ναώ της δόξης σου, ώφθης ως βρέφος, αγκαλοφορούμενος, και επληρώθη τα πάντα της σης αινέσεως.
Μετάφραση
Η συγκατάβασή Σου, Χριστέ, γέμισε από απορία τις ουράνιες δυνάμεις. Γιατί, Συ, αφού γεννήθηκες από την Παρθένα Μητέρα Σου, την Κιβωτό του αγίου Σου σώματος, ως βρέφος βασταζόμενο στην αγκαλιά της εθεάθης στον ένδοξο ναό Σου και γέμισαν τα σύμπαντα από τη δική σου δοξολογία.

Ωδή ε’
Ως είδεν Ησαΐας συμβολικώς, εν θρόνω επηρμένω Θεόν, υπ' Αγγέλων δόξης δορυφορούμενον, ω τάλας! εβόα, εγώ· προ γαρ είδον σωματούμενον Θεόν, φωτός ανεσπέρου, και ειρήνης δεσπόζοντα.
Μετάφραση
Όταν είδε ο Ησαΐας με συμβολική απεικόνιση τον Θεό σε υψωμένο θρόνο να περιστοιχίζεται από ένδοξους Αγγέλους, ω! εγώ ο ελεεινός, εκραύγαζε, γιατί αξιώθηκα να προΐδω σε οπτασία τον Θεό με ανθρώπινο σώμα, τον Κύριο του ανεσπέρου φωτός και της ειρήνης.

Ωδή στ’
Εβόησέ σοι, ιδών ο Πρέσβυς, τοις οφθαλμοίς το σωτήριον, ο λαοίς επέστη· Εκ Θεού Χριστέ συ Θεός μου.
Μετάφραση
Αναφώνησε σε Σένα, ο Γέροντας Συμεών, όταν με τα μάτια του είδε τον σωτήρα που προορίσθηκε (από τον Θεό) για όλους τους λαούς, Συ είσαι, Χριστέ, ο Θεός μου γεννηθείς εκ Θεού Πατρός.

Ωδή ζ’
Σε τον εν πυρί δροσίσαντα, Παίδας θεολογήσαντας, και Παρθένω, ακηράτω, ενοικήσαντα, Θεόν Λογον υμνούμεν, ευσεβώς μελωδούντες· Ευλογητός ο Θεός, ο των Πατέρων ημών.
Μετάφραση
Σε, που δρόσισες μέσα στη φωτιά τους Τρεις Παίδας, οι οποίοι ομολόγησαν τον Θεό και κατοίκησες μέσα στην αμόλυντη Παρθένα, Σε τον Θεόν Λόγον υμνούμεν, με ευσέβεια μελωδούντες, ευλογητός είσαι, Θεέ των Πατέρων μας.

Ωδή η’
Αστέκτω πυρί ενωθέντες, οι θεοσεβείας προεστώτες Νεανίαι, τη φλογί δε μη λωβηθέντες, θείον ύμνον έμελπον· Ευλογείτε πάντα τα έργα τον Κυριον, και υπερυψούτε, εις πάντας τους αιώνας.
Μετάφραση
Οι πρόμαχοι της ευσεβείας Νέοι, ενωμένοι με την ασυγκράτητη φωτιά αλλά χωρίς να βλαφτούν από τη φλόγα, έψελναν ύμνους στο Θεό: ευλογείτε όλα τα δημιουργήματα τον Κύριο και υπέρμετρα δοξάζετε Αυτόν αιώνια.

Ωδή θ’
Εν νόμω, σκια και γράμματι, τύπον κατίδωμεν οι πιστοί, παν άρσεν το την μήτραν διανοίγον, άγιον Θεώ· διο πρωτότοκον Λογον, Πατρός ανάρχου Υιόν, πρωτοτοκούμενον Μητρί, απειράνδρω, μεγαλύνομεν.
Μετάφραση
Ας αντικρύσουμε με σεβασμό Αυτόν που προεικόνιζε η αινιγματική γραφή του Νόμου δηλαδή κάθε αρσενικό βρέφος, που διανοίγει τη μήτρα αυτής που το γέννησε, είναι αφιερωμένο στον Θεό, γι’ αυτό τον πρωτότοκο μονογενή Λόγο, Υιό Πατρός ανάρχου που πρωτότοκος και μονάκριβος γεννήθηκε από την Παρθένα Μαρία, ας δοξάσουμε.
 

ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΟΥ ΟΡΘΡΟΥ

Ωδή α’ 
Ρανάτωσαν ύδωρ νεφέλαι· Ήλιος εν νεφέλη γαρ κούφη, εποχούμενος επέστη, ακηράτοις ωλέναις, Χριστός εν τω ναώ ως βρέφος· διο πιστοί βοήσωμεν. Άσωμεν τω Κυρίω· ενδόξως γαρ δεδόξασται.
 
Ισχύσατε χείρες Συμεών, τω γήρα ανειμέναι, και κνήμαι παρειμέναι δε Πρεσβύτου, αυθυβόλως κινείσθε Χριστού προς υπαντήν. Χορείαν συν Ασωμάτοις στήσαντες, άσωμεν τω Κυρίω· ενδόξως γαρ δεδόξασται.
 
Συνέσει ταθέντες ουρανοί ευφράνθητε, αγάλλου δε η γη· υπερθέων γαρ εκ κόλπων, ο τεχνίτης φοιτήσας, Χριστός υπό Μητρός Παρθένου, Θεώ Πατρί προσάγεται, νήπιος ο προ πάντων· ενδόξως γαρ δεδόξασται.
Μετάφραση
Ας στάξουν νερό τα σύννεφα, γιατί ο Ήλιος της δικαιοσύνης, ο Χριστός, καθήμενος επάνω στην άχραντη αγκαλιά της Μητέρας Του, ωσάν επάνω σε ελαφρό σύννεφο, εμφανίστηκε στο ναό βρέφος, γι’ αυτό πιστοί ας υψώσουμε φωνή, ας ψάλλουμε ύμνο στον Κύριο, γιατί υπέρμετρη έχει τη δόξα.

Πάρτε δύναμη χέρια του Συμεών αδυνατισμένα από τα γηρατειά και κνήμες εξασθενησμένες του γέροντα ίσια περιπατείτε, για να προϋπαντήσετε τον Χριστό. Και εμείς ας στήσουμε χορό πνευματικό μαζί με τους Αγγέλους και ας ψάλλουμε στον Κύριο ύμνους, γιατί υπέρμετρη έχει τη δόξα.

Οι ουρανοί που απλωθήκατε με τη σοφία του Θεού ευφρανθείτε και συ γη αναγάλλιασε. Γιατί ο Χριστός, ο δημιουργός, που από τη θεϊκή αγκαλιά ήρθε στη γη, προσφέρεται από την Παρθένα Μητέρα Του στον Θεό Πατέρα μικρό βρέφος, Αυτός που υπάρχει προ πάντων των αιώνων,, γιατί υπέρμετρη έχει τη δόξα.

Ωδή γ’ 
Ο πρωτότοκος εκ Πατρός προ αιώνων, πρωτότοκος νήπιος, Κορης αφθόρου, τω Αδάμ χείρας προτείνων επέφανε.
 
Νηπιόφρονα, τον γεγονότα απάτη, πρωτόπλαστον έμπαλιν επανορθώσων, Θεός Λογος, νηπιάσας επέφανε.
 
Γης απόγονον, παλινδρομήσασαν ταύτη, Θεότητος σύμμορφον φύσιν ο Πλάστης, ως ατρέπτως νηπιάσας ανέδειξε.
Μετάφραση
Ο γεννηθείς από τον Πατέρα προ των αιώνων πρωτότοκος μονογενής υιός εμφανίστηκε μικρό βρέφος πρωτότοκος και μονάκριβος Υιός της Παρθένου κόρης, χέρι βοηθείας στον Αδάμ απλώνοντας.

Τον απατηθέντα σαν νήπιο στο μυαλό Πρωτόπλαστο, στην προτέρα κατάσταση για να επαναφέρει ο Θεός Λόγος, βρέφος σωματικώς εμφανίστηκε.

Τη φύση των ανθρώπων, που προήλθε από τη γη και πάλι σ’ αυτή με το θάνατο επιστρέφει, σύμμορφη με τη δική Του θεότητα ανέδειξε ο Πλάστης, όταν έγινε νήπιο-άνθρωπος, χωρίς να μεταβληθεί η θεϊκή Του υπόσταση.

Ωδή δ’ 
Γηθόμενος Συμεών, των απορρήτων μύστα, η Θεοτόκος εβόα, ον υφ' αγίου πάλαι κεχρημάτισαι Πνεύματος, νηπιάσαντα Λογον, Χριστόν εναγκαλίζου, κράζων αυτώ· Επλήσθη τα πάντα της σης αινέσεως.
 
Ην ήλπισας Συμεών ηλικιώτην βρεφών, χαίρων υπόδεξαι Χριστόν, του lσραήλ του θείου την παράκλησιν, τον νόμου Ποιητήν και Δεσπότην, πληρούντα νόμου τάξιν, κράζων αυτώ· Επλήσθη τα πάντα της σης αινέσεως.
 
Θεώμενος Συμεών Λογον τον άναρχον, μετά σαρκός, ως εν θρόνω Χερουβικώ, Παρθένω εποχούμενον, τον αίτιον του είναι τα πάντα, ως βρέφος, εκπλαγείς εβόα αυτώ· Επλήσθη τα πάντα της σης αινέσεως.
Μετάφραση
Η Θεοτόκος μεγαλόφωνα έλεγε: Συμεών, ο γνώστης των μυστικών σχεδίων του Θεού, Αυτόν, για τον οποίον προ πολλού σου έχει κάνει αποκαλύψεις το Άγιο Πνεύμα, τον Λόγον του Θεού, που έγινε βρέφος, τον Χριστόν, γεμάτος αγαλλίαση κρατά Τον στην αγκαλιά σου αναφωνώντας σ’ Αυτόν, γέμισαν τα σύμπαντα απ’ τη δική Σου δοξολογία.

Συμεών, να υποδεχτείς το βρέφος την παρηγοριά του νέου Ισραήλ της χάριτος, που είχες την ελπίδα ότι θα δεις, τον Χριστόν, τον Νομοθέτην του Παλαιόυ Νόμου και Κύριο, που εκπληρώνει τις διατάξεις του Νόμου, μεγαλοφώνως λέγοντάς Του, γέμισαν τα σύμπαντα απ’ τη δική Σου δοξολογία.

Γεμάτος θαυμασμό βλέποντας ο Συμεών τον Λόγον του Θεού, τον άναρχο, να κάθεται με ανθρώπινη σάρκα στην αγκαλιά της Παρθένου, σαν σε θρόνο χερουβικό, βρέφος τον δημιουργό του σύμπαντος, γεμάτος έκπληξη αναφωνεί σ’ Αυτόν, γέμισαν τα σύμπαντα από τη δόξα Σου.

Ωδή ε’ 
Συνείς ο θείος Πρέσβυς, την προφανείσαν, πάλαι τω Προφήτη δόξαν, χερσί Λογον βλέπων Μητρός κρατούμενον, ω χαίροις, εβόα Σεμνή· ως γαρ θρόνος περιέχεις τον Θεόν, φωτός ανεσπέρου, και ειρήνης δεσπόζοντα.
 
Προκύψας ο Πρεσβύτης, και των ιχνών ενθέως εφαψάμενος, της απειρογάμου και Θεομήτορος, πυρ, έφη, βαστάζεις Αγνή, βρέφος φρίττω αγκαλίσασθαι Θεόν, φωτός ανεσπέρου, και ειρήνης δεσπόζοντα.
 
Ρυπτεται Ησαΐας, του Σεραφίμ τον άνθρακα δεξάμενος, ο Πρέσβυς εβόα τη Θεομήτορι· συ ώσπερ λαβίδι χερσί λαμπρύνεις με, επιδούσα ον φέρεις, φωτός ανεσπέρου, και ειρήνης δεσπόζοντα.
Μετάφραση
Ο θείος πρεσβύτης, τη δόξα του Θεού, που με οπτασία συμβολική παρουσιάστηκε παλαιά στον προφήτη, εννόησε μόλις είδε τον Λόγον του Θεού να βαστάζεται στα χέρια Μητρός και αναφώνησε: χαίρε, πάνσεμνη γιατί σαν σε θρόνο σφιγκτά κρατείς τον Θεό, Κύριο του ανεσπέρου φωτός και της ειρήνης.

Ο πρεσβύτης Συμεών με ευλάβεια έσκυψε και άγγιξε τα ίχνη των ποδών της Παρθένου και Θεόμήτορος λέγοντάς της: Αγνή, βαστάς φωτιά στα χέρια σου και από φόβο τρέμω να αγκαλιάσω βρέφος που είναι Θεός και Κύριος του ανεσπέρου φωτός και της ειρήνης.

Προς την Θεομήτορα αναφώνησε ο πρεσβύτης: καθαρίστηκε ο Ησαΐας (από τις αμαρτίες του), όταν δέχτηκε από το Σεραφίμ (Άγγελο) τον θείο εκείνον άνθρακα, το ίδιο και Συ θα λαμπροστολίσεις εμένα, εάν μου δώσεις με τα χέρια σου σαν με λαβίδα Αυτόν που κρατάς, τον Κύριο του ανεσπέρου φωτός και της ειρήνης.

Ωδή στ’ 
Σιών συ λίθος, εναπετέθης, τοις απειθούσι προσκόμματος, και σκανδάλου πέτρα, αρραγής πιστών σωτηρία.
 
Βεβαίως φέρων, τον χαρακτήρα, του προ αιώνων σε φύσαντος, την βροτών δι' οίκτον, νυν ασθένειαν περιέθου.
 
Υιόν Υψίστου, Υιόν Παρθένου, Θεόν παιδίον γενόμενον, προσκυνήσαντά σε, νυν απόλυσον εν ειρήνη.
Μετάφραση
Συ Κύριε, τοποθετήθηκες στη Σιών (την Εκκλησία) σαν πέτρα όπου θα σκοντάφτουν και θα πέφτουν οι άπιστοι, για τους πιστούς όμως σωτηρία, σαν βράχος ασάλευτος.

Συ Χριστέ φέρνοντας αναλλοίωτο τον χαρακτήρα της υποστάσεως του Πατρός Σου, που Σε γέννησε προ των αιώνων, τώρα περιβλήθηκες και την ασθενική φύση των θνητών από φιλανθρωπία.

Αφού προσκύνησα Σε τον Υιόν του Υψίστου, και υιόν της Παρθένου, Θεόν που έγινε παιδί-άνθρωπος, τώρα απόλυσέ με από το βίο τούτο εν ειρήνη.

Ωδή ζ’ 
Αδάμ εμφανίσων άπειμι, εις Άδου διατρίβοντι, και τη Εύα προσκομίσων ευαγγέλια, Συμεών ανεβόα, συν Προφήταις χορεύων· Ευλογητός ο Θεός, ο των Πατέρων ημών.
 
Γενος χοϊκόν ρυσόμενος Θεός, έως του Άδου ήξει, αιχμαλώτοις δε παρέξει πάσιν άφεσιν, και ανάβλεψιν πονηροίς, ως αλάλοις βοήσαι· Ευλογητός, ο Θεός ο των Πατέρων ημών.
 
Και σου την καρδίαν άφθορε, ρομφαία διελεύσεται, Συμεών τη Θεοτόκω προηγόρευσεν, εν Σταυρώ καθορώσης, τον Υιόν ω βοώμεν· Ευλογητός ο Θεός, ο των Πατέρων ημών.
Μετάφραση
Θα πάω για να παρουσιαστώ στον Αδάμ, που ζει στον Άδη, και στην Εύα για να μεταφέρω χαρμόσυνες ειδήσεις, αναφωνούσε ο Συμεών, πανηγυρίζοντας με τους προφήτες και λέγοντας, ευλογητός είσαι Θεέ των Πατέρων μας.

Για να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος ο Θεός ως τον Άδη θα φτάσει,, σ’ όλους τους αιχμαλώτους του Διαβόλου την απελευθέρωση θα δώσει, φως στους τυφλούς, στους άλαλους φωνή, ώστε να βοούν: ευλογημένος είσαι Θεέ των Πατέρων μας.

Ο Συμεών στη Θεοτόκο προφήτευσε: οξύτατος πόνος σαν σπαθί θα δια περάσει την καρδιά σου αγνή, καθώς θ’ αντικρύσεις τον Υιόν σου στον Σταυρό, στον οποίον αναφωνούμε, ευλογητός είσαι Συ, Θεέ των Πατέρων μας.

Ωδή η’ 
Λαός Ισραήλ την σην δόξαν, τον Εμμανουήλ ορών παιδίον εκ Παρθένου, προ προσώπου της θείας κιβωτού νυν χόρευε· Ευλογείτε πάντα τα έργα τον Κυριον, και υπερυψούτε, εις πάντας τους αιώνας.
 
Ιδού, Συμεών ανεβόα, το αντιλεγόμενον σημείον ούτος έσται, Θεός ων και παιδίον, τούτω πίστει μέλψωμεν· Ευλογείτε πάντα τα έργα τον Κυριον, και υπερυψούτε, εις πάντας τους αιώνας.
 
Ζωή πεφυκώς ούτος έσται, πτώσις απειθούσι, νηπιάσας Θεός Λογος, ως ανάστασις πάσι, τοις πίστει μέλπουσιν· Ευλογείτε πάντα τα έργα τον Κυριον, και υπερυψούτε, εις πάντας τους αιώνας.
Μετάφραση
Λαέ του Ισραήλ, βλέποντας Αυτόν που σε δόξασε, τον Εμμανουήλ, το παιδί που γεννήθηκε από την Παρθένα, τώρα ευφραίνου και χόρευε μπροστά στη θεία Κιβωτό (τη Θεοτόκο) ψάλλοντας, όλα τα δημιουργήματα ευλογείτε τον Κύριο και υπέρμετρα δοξάζετε Αυτόν αιώνια.

Ιδού, αναφώνησε ο Συμεών, Αυτός θα είναι το παράδοξο σημείο που θα προκαλέσει αμφισβήτηση, όντας Θεός και παιδί-άνθρωπος. Σ’ Αυτόν με πίστη ας ψάλλουμε, ευλογείτε όλα τα δημιουργήματα τον Κύριο και υπέρμετρα δοξάζετε Αυτόν αιώνια.

Αυτός ο Θεός Λόγος, που είναι εκ φύσεως ζωή, με το να γίνει βρέφος-άνθρωπος, θα προκαλέσει στους απίστους πτώση, αλλά ανάσταση σ’ όλους τους πιστούς που ψάλλουν, ευλογείτε όλα τα δημιουργήματα τον Κύριο και υπέρμετρα δοξάζετε Αυτόν αιώνια.

Ωδή θ’
Τοις πριν νεογνών τρυγόνων ζεύγος, δυάς τε ην νεοσσών, ανθ' ων ο θείος Πρέσβυς, και σώφρων Άννα προφήτις, τω εκ Παρθένου τεχθέντι, και οίω γόνω Πατρός, εν τω ναώ προσιόντι, λειτουργούντες εμεγάλυνον.

Απέδωκάς μοι εβόα Συμεών, του Σωτηρίου σου Χριστέ αγαλλίασιν, απόλαβέ σου τον λάτριν, τον τη σκια κεκμηκότα, νέον της χάριτος, ιεροκήρυκα μύστην, εν αινέσει μεγαλύνοντα.

Ιεροπρεπώς ανθωμολογείτο, Άννα υποφητεύουσα, η σώφρων και Οσία, και Πρέσβυρα τω Δεσπότη, εν τω ναώ διαρρήδην, την Θεοτόκον δε ανακηρύττουσα, πάσι τοις παρούσιν εμεγάλυνεν.
Μετάφραση
Στους παλαιούς (Ιουδαίους) έθιμο ήταν να προσφέρουν στο Ναό ζεύγος τρυγόνων ή δυο νεογέννητα περιστέρια. Αντί γι’ αυτά ο δίκαιος Συμεών και η συνετή Άννα τον γεννηθέντα απ’ την Παρθένα και μονάκριβο Υιό του Θεού Πατρός, που στον ναό προσήλθε, υπηρετώντας Τον εξυμνούσαν.

Χριστέ αναφωνούσε ο Συμεών, Συ μου έδωσες τη μεγάλη χαρά της σωτηρίας, τώρα πάρε με το δούλο Σου από τη ζωή, που απόκαμα περιμένοντας την εκπλήρωση του Νόμου αλλά που μ’ έκανες νέο κήρυκα, γνωστή της χάριτος του Ευαγγελίου Σου για να το κηρύξω στον Άδη δοξολογώντας Σε με ύμνους.

Ιεροπρεπώς ευχαριστούσε τον Κύριο η Άννα, ευγνωμονούσα για τη μεγάλη ευεργεσία της ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού, η φρόνιμη και οσία γερόντισσα και μέσα στο Ναό διακηρύττοντας σ’ όλους που παρευρίσκονταν εκεί Θεοτόκον την Παρθένα Μητέρα, την δόξαζε.
 
[ Πίσω ]
Κοινοποίηση