Μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος: Η αλήθεια για την επανάσταση είναι ΑΘΑΝΑΤΗ
Μετά από όσα λέγονται και ακούονται τον τελευταίο καιρό από προσκυνημένους, «Έλληνες» εναντίον των ηρώων της Πίστεως και της Πατρίδος, οι οποίοι έδωκαν το αίμα τους για την λευτεριά της Ελλάδος και μετά από την αισχρή παραποίηση και αλλοίωση της ιστορίας, η οποία επιχειρείται μέσα από τηλεοπτικούς διαύλους, (έφτασαν σε σημείο να χαρακτηρίσουν μεταξύ των άλλων, μύθο, την ευλογία της Επανάστασης στην Αγία Λαύρα, από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και φρικτή σφαγή και πλιάτσικο εκ μέρους των Ελλήνων την απελευθέρωση της Τριπολιτσάς), θεωρήσαμε χρέος μας να διαμαρτυρηθούμε ως Έλληνες, οι οποίοι όχι μόνο θίγονται αλλά και αηδιάζουν απ’ όλα τα παραπάνω και όλες τις ελεεινότητες των καιρών, αλλά και ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί, αφού υπάρχει περισσή ασέβεια και προς αυτήν την Εκκλησία, η οποία στάθηκε η φιλόστοργη μάνα του Γένους.
 
Σαν μιαν απάντηση σε όλους τους ανιστόρητους και νάνους, που μόνο τιμή δεν περιποιούν στην Ελλάδα, παραθέτομε κείμενο - ομιλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών, για τον Κολοκοτρώνη, του οποίου δυστυχώς το σεβάσμιο πρόσωπο, επίσης, από αδαείς και πατραλοίες, τον τελευταίο καιρό υβρίσθη.
 
Η ομιλία αυτή , έξεφωνήθη από τον τότε Αρχιμανδρίτη και Ιεροκήρυκα της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας Χρυσόστομο Σκλήφα, νυν Μητροπολίτη Πατρών, κατά το Επίσημο Μνημόσυνο που ετελέσθη στην Τρίπολη στις 25 Σεπτεμβρίου 1993, στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Βασιλείου, για την ανάπαυση της ψυχής του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, με την συμπλήρωση 150 ετών από την κοίμησή του.
 
Την ημέρα εκείνη, στον ως άνω Ιερό Ναό, είχαν μεταφερθή από το μνημείο Αρχιερέων και Προκρίτων που βρίσκεται πλησίον του Ιερού Ναού Προφήτου Ηλιού Τριπόλεως, τα οστά του Κολοκοτρώνη, τα οποία είχαν τοποθετηθή εκεί το έτος 1930, όταν μετεφέρθησαν  από το Α  Κοιμητήριο Αθηνών, όπου είχε ταφή ο Κολοκοτρώνης.
 
Μετά τη Θεία Λειτουργία και το Ιερό Μνημόσυνο που έγινε κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, τα οστά του Γέρου του Μωρηά, μετεφέρθησαν επί κυλίβαντος, τη συνοδεία του Ιερού Κλήρου, των Αρχών, και χιλιάδων Λαού στην Πλατεία Άρεως Τριπόλεως, όπου ετοποθετήθησαν στην βάση του Ανδριάντος του θρυλικού Πολεμάρχου και όπου αναπαύονται πλέον, υποδεικνύοντας στους Νεοέλληνες το χρέος τους έναντι του Θεού και της Πατρίδος τους.
 
Η ομιλία δημοσιεύεται ακόμη επί τη ευκαιρία της συμπληρώσεως 168 ετών από τον θάνατο του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη (4.2.1843 – 4.2.2011) και έχει ως εξής:
 
Σεβασμιώτατοι  Άγιοι Αρχιερείς,
Κύριε Υπουργέ,
Λοιποί Εντιμότατοι Άρχοντες, Λαέ του Θεού περιούσιε και ευλογημένε.
 
Στις 4 Φεβρουαρίου 1843 έγειρε η δαφνοστεφής κεφαλή του θρυλικού Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και η ψυχή του φτερούγισε στον ουρανό.
Η Ελλάς από τότε κλίνει γόνυ τιμής και ευγνωμοσύνης στον λεοντόκαρδο και πρωτομάστορα της λευτεριάς.
Μνημονεύει τον θρυλικό Πολέμαρχο, την δόξα της Κλεφτουριάς, το καύχημα του Μωρηά και της Ελλάδος όλης.
 
Και μεις, Κλήρος και Λαός, σ’αυτό τον Καθεδρικό Ναό της πόλεώς μας, της θρυλικής Τριπολιτσάς την οποία εκείνος με πάθος αγάπησε και με πόνο ιερό ελευθέρωσε, προσευχόμεθα υπέρ μακαρίας αυτού μνήμης και αιωνίου αναπαύσως.
Ολόκληρη η Ελλάς υποκλίνεται σήμερα μπροστά στον Ελευθερωτή της πατρίδος μας και για να χρησιμοποιήσω τον λόγο του ποιητού:
 
Σήμερα η Πατρίς ψιθυρίζοντας
 
«Ξέρω πως μου μένουν ακόμα παιδιά,
 
του Μωρηά στεφανώνη το Γέρο,
 
και ευλογεί τον λαό του Μωρηά».
 
Ολόκληρη η Ελλάς ακουμπάει, προσκυνεί, ραίνει με τα μύρα της ευγνωμοσύνης της αυτή την λάρνακα που φυλάει μέσα της, ως θησαυρόν ατίμητο τα λείψανα του Κολοκοτρώνη.
Ελάτε, λοιπόν, σήμερα γνωστοί και άγνωστοι, απλοί και επίσημοι. Ελάτε οι πανέλληνες, ελάτε με το νου και την καρδιά να βηματίσωμε εκεί όπου περπάτησε εκείνος, ο σημαιοφόρος των γενναίων αισθημάτων και αθλημάτων της Ελληνικής φυλής.
 
Πάμε να βηματίσωμε στο Λιμποβίσι, όπου πριν λίγα χρόνια η φιλόπατρις καρδία του Παναγιώτου Αγγελοπούλου, ύψωσε λαμπρό τιμής προσκυνητάρι για τους δοξασμένους Κολοκοτρωναίους.
Να περάσουμε στη Ζάκυνθο, να ανηφορίσουμε την Πιάνα, στην Αλωνίσταινα και το Αρκουδόρεμα, στο Βαλτέτσι και την Τριπολιτσά , στην Επάνω Χρέπα και τα Δερβενάκια, να φτάσουμε στ’Ανάπλι και την Πνύκα και όπου η λευτεριά θρόνο του έστησε και η δάφνη μαζί με τη μυρσίνη λαμπρό του πλέξανε τιμής στεφάνι.
 
Ζάκυνθος
Από το όμορφο νησί, βλέπει με παράπονο τον Μωρηά και βαρειαναστενάζει. Η λαϊκή μούσα θα τραγουδήση χαρακτηριστικά:
 
- Τι έχεις πατέρα μου και κλαις και βαριαναστενάζεις;
 
- Βλέπω τη θάλασσα πλατειά και τον Μωρηά αλάργα.
 
Με πήρε το παράπονο και το μεγάλο ντέρτι.
 
Χρυσοβίτσι
Γονατιστός μπροστά στο περίπυστο της Παναγίας εικόνισμα προσεύχεται, κουβεντιάζει με την Μητέρα του Θεού. Είναι μόνος αλλά με το βλέμμα στηλωμμένο στην Παρηγορίτισσα. Το προσκυνητάρι με το Θεομητορικό Εικόνισμα στέκεται στην ίδια θέση από τότε. Ο ποιητής εμπνεόμενος απ’αυτή την σκηνή θα γράψη:
 
«Είναι η ματιά του δέηση ως τ’όραμα κοιτάζει.
 
Κλέφτη παληέ του λέει Αυτή (η Παναγιά), τα τόσα που έχεις πάθει,
 
θάπρεπε τώρα από πολύ καιρό να σέχουν μάθει,
 
πως την βοήθεια που θες και την ζητάς με πόνο,
 
μέσα σου μόνο θα την βρης στην πίστη σου και μόνο».
 
Βαλτέτσι:
Ο Πρωτομάστορας και τεχνουργός της μεγάλης νίκης, θα πη χαρακτηριστικά.
 
«Τούτες οι μέρες – δώδεκα – δεκατρείς του Μάη, θα δοξάζονται, ως ότου το γένος μας στέκει. Γιατί ήταν η ελευθερία της Πατρίδος.»
 
Ο ίδιος μαζί με τους συμπολεμιστάς του έκτισαν τον Ναό της Παναγίας για να ευχαριστήσουν την Υπέρμαχο Στρατηγό των Ελλήνων για την θαυμαστή βοήθειά της. Ο Ναός είναι αδιάψευστος μάρτυρας της ευσέβειας του Κολοκοτρώνη και των παλληκαριών του για την Ελευθερία της Πατρίδος.
 
Τριπολιτσά:
 
«Σου είπα Δεσπότη μου ότι θα σε σώσω και θα δούμε λεύτερη την Πατρίδα μας».
 
Αυτά τα λόγια είπε στον εξαντλημένο από τις κακουχίες της φρικτής ειρκτής, Μητροπολίτη Τριπολιτσάς Δανιήλ, πρώτον εξάδελφον του Αγίου Εθνοϊερομάρτυρος Γρηγορίου του Ε’ . Για την ιστορία θα αναφέρωμε ότι από τους εγκλείστους Αρχιερείς της Πελοποννήσου στις Φυλακές της Τριπολιτσάς, δύο μόνο επέζησαν. Ο Τριπολιτσάς Δανιήλ και ο Ανδρούσης Ιωσήφ (ο πρώτος μινίστρος, Υπουργός δηλ. της Θρησκείας και της παιδείας της Ελευθέρας Ελλάδος.
 
Δερβενάκια
 
Της Ρούμελης οι μπέηδες, του Δράμαλη οι αγάδες
 
στα Δερβενάκια κείτονται, στο χώμα ξαπλωμένοι.
 
Και εδώ εστέφθη με επιτυχία το στρατηγικό σχέδιο του Κολοκοτρώνη.
 
Ανάπλι
Τρέμει η ψυχή μας Γέροντα μπροστά στο σκηνικό. Σε βλέπουμε και σε ακούμε:
 
- Ορκίζομαι να είπω την αλήθεια.
 
Όνομα; Θεόδωρος
 
Επώνυμο; Κολοκοτρώνης
 
Πόθεν κατάγεσαι; Από το Λιμποβίσι
 
Πόσων ετών είσαι; Εξήντα τεσσάρων
 
Επάγγελμα; Στρατιωτικός. Κρατώ στο χέρι το ντουφέκι και πολεμώ υπέρ Πατρίδος.
 
Και ειπών ταύτα ο Κολοκοτρώνης, εκάθησε εις το εδώλιον εν μέσω γενικής συγκινήσεως.
Αντί του μάνα χολήν αντί του ύδατος όξος.
Ο λαός με πόνο τραγούδησε τις στιγμές:
 
«Μας είπαν είναι φυλακή, για να τον θανατώσουν.
 
Ο Πρόεδρος δεν έγραψε για να τον θανατώσουν.
 
Κι ένας στρατιώτης Βαυαρός με λόγχη τον τρυπάει».
 
Αλήθεια πόσες φορές οι ξένοι θα λογχίσουν την πλευρά του Κολοκοτρώνη αλλά και τις καρδιές όλων των Ελλήνων, με το φοβερό μίσος και τις μηχανοραφίες εναντίον μας;
 
Πνύκα
Εκεί η στεντορία φωνή του θρυλικού Πολεμιστή ακούγεται ως φωνή υδάτων πολλών και ως σφραγίδα της αλήθειας για τον ιερό Αγώνα. «Όταν αποφασίσαμε να κάνουμε την Επανάσταση, δεν εσυλογιστήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τις πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε, «που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλ’ ως μία βροχή επεσεν εις όλους μας η επιθυμία της λευτεριάς μας και όλοι και Κληρικοί και Προεστοί και οι Καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι Έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτόν το σκοπό και εκάναμε την Επανάσταση».
 
ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΓΕΡΟΝΤΑ ΝΑ ΜΑΣ ΝΟΥΘΕΤΗΣ ΜΗΠΩΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΤΙΣΤΟΥΜΕ ΟΙ ΝΕΩΤΕΡΟΙ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΕΝΟΙ «ΕΛΛΗΝΕΣ».
 
«Ακούστε παιδιά μου:
Ο ένας επήγε εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε ψωμί και έφερνε μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και αν αυτή η ομόνοια βαστούσε ακόμα δύο χρόνους ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία και ίσως εφθάναμεν και έως την Κωνσταντινούπολη.
Όταν προστάζουνε πολλοί ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει.
 
ΜΗ ΣΤΑΜΑΤΑΣ, ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑ. ΜΙΛΗΣΕ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΖΟΥΝ ΧΩΡΙΣ ΠΥΞΙΔΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΙΔΑΝΙΚΑ ΚΑΙ ΑΞΙΕΣ.
 
«Να μην έχετε πολυτέλειαν, να μην πηγαίνετε εις τους καφενέδες και στα μπιλιάρδα. Να δοθήτε εις τας Σπουδάς σας, και καλλίτερα να κοπιάσετε ολίγον δύο και τρεις χρόνους, και να ζήσετε ελεύθεροι εις το επίλοιπον της ζωής σας, παρά να περάσετε τεσσάρους πέντε χρόνους τη νεότητά σας και να μείνετε αγράμματοι. Να σκλαβωθείτε εις τα γράμματά σας. Να ακούετε τας συμβουλάς των διδασκάλων και γεροντοτέρων... Η προκοπή σας και η μάθησή σας να μη γίνη σκεπάρνι μόνο για το άτομό σας, αλλά να κοιτάζει το καλό της κοινότητος και μέσα από το καλό αυτό να ευρίσκετε και το ιδικό σας».
 
Ο Λαός τον θαυμάζει και τον παρακολουθεί και τις τελευταίες στιγμές της ζωής του. Ακούει από τα χείλη του τις σοφές συμβουλές.
 
«Ελάτε πάρτε την ευχή και νάστε μονιασμένοι,
 
φιλήστε και τ αγγόνια μου και νάχουν την ευχή μου»
 
Επιστρέφομε και πάλι στην Τριπολιτσά, τη δοξασμένη χώρα.
 
Εκεί τώρα και για πάντα προβάλλει,
 
καβάλα στο άτι το γοργό ο Γέρος του Μωρηά,
 
με το ξεγύμνωτο σπαθί, μ ὁλάκερη τη χώρα.
 
Ανταριασμένος ουρανός μ’αστραφτερή λεπίδα,
 
γεράκια φέρνει πίσω του κι ανήμερα θεριά,

την Κλεφτουριά π’ανέβασε στον ήλιο την Πατρίδα.

Όμως τρισόλβιε Ελευθερωτή μας
 
Τούτη την Πατρίδα που λευτέρωσες, εμείς την ταλανίζομε, γιατί είμαστε, εν πολλοίς, επιλήσμονες των θυσιών, των αγώνων, των αιμάτων και των δακρύων με τα οποία ποτίσατε την Ελληνική γη, εσύ και όλοι οι ήρωες και μάρτυρες υπέρ Πίστεως και Πατρίδος.
 
Αυτός ο χώρος που τον καθάρισες, ρυπαίνεται και πάλι, αφού εμείς και την θρησκεία μας πολλάκις απεμπολούμε και υβρίζομε και τα ιερά και όσια περιφρονούμε.
Συ, άφησες Έλληνες Ορθοδόξους και ποτέ δεν ντράπηκες να δηλώσης ότι ήσουν Χριστιανός. Έκαμες δημόσια το Σταυρό σου, γονάτιζες, έβαζες την Παναγιά από την Επάνω Χρέπα Μάρτυρα για της Τριπολιτσάς τη λευτεριά. Κι αν βλαφτόταν κανείς από τούτο ήταν μονάχα ο Διάβολος, όχι οι Έλληνες. Οι Έλληνες σε είχανε καμάρι. Τώρα, μέσα στο συρφετό και κουρνιαχτό που παρασύρει στο πέρασμά του μνήμες και δόξες και τιμές, έλα, γίνε αεροφύσημα και γλυκοφίλησέ μας, για να απαλύνης τον πόνο μας και να σκεπάσης την ντροπή μας.
Άφησε το πνεύμα σου να έλθη σαν αύρα και αν το νομίζεις σαν ράπισμα για τα ατοπήματά μας.
 
Ο,τι και να πης δίκηο θα έχης. Εσύ μπορείς να κρίνης, έχεις όλο το δικαίωμα, αφού συ μας ελευθέρωσες. Όμως συγχώρεσέ μας. Ταπεινά γονατίζουμε μπροστά σου και σου ζητάμε συγγνώμη γιατί της λησμονιάς το νέφος εκάλυψε τον νου μας.
Σεβασμιώτατοι Άγιοι Αρχιερείς, Κύριε Υπουργέ, Εντιμότατοι Άρχοντες απαξάπαντες, θα τελειώσω με ένα απόσπασμα από τον επικήδειο που εξεφώνησε για τον Κολοκοτρώνη στον Ιερό Ναό της Αγίας Ειρήνης της οδού Αιόλου Αθηνών, ο αοίδιμος Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων.
 
«...Δώμεν αδελφοί την χάριν ταύτην. Δεύτε και συνάψωμεν τας εγκαρδίους ημών δεήσεις, ευχόμενοι προς τον Θεόν του ελέους υπέρ αυτού. Ω Θεέ των πνευμάτων και πάσης σαρκός, ω γένους θνητού τε και αθανάτου και πάσης αοράτου και ορατής φύσεως δημιουργέ, ήλιε δόξης αϊδίου, και αέναε πηγή, της αθανασίας, επάκουσον ημών δεομένων σου και ανάπαυσον την ψυχήν του δούλου σου Θεοδώρου, εν τόπω φωτεινώ εν χώρα ζώντων, εν ταις σκηναίς των δικαίων, παριδών τας αμαρτίας αυτού. Πολλά εκοπίασεν υπέρ της Αγίας σου πίστεως, πολλά την Εκκλησίαν ηγάπησε και πάντοτε πιστώς επεκαλείτο το πανάγιόν Σου Όνομα. Άφες αυτώ Κύριε πάσας τας ανομίας, ο την πίστιν αποδεξάμενος του εκατοντάρχου και πάσι τοις χρεωφειλέταις του δανείου των πολλών του θείου σου νόμου παραβάσεων χαριζόμενος. Κύριε ο Θεός ημών, ο τους δικαίους αγαπών και τους αμαρτωλούς ελεών, το έλεός σου επικαλούμεθα πρός σε οι Λειτουργοί σου, προς σε πας ο Λαός σου, προς σε μετά πίστεως εκβοώμεν, ο Θεός συγχωρήσαις αυτώ, ο Θεός συγχωρήσαις αυτώ, ο Θεός συγχωρήσαις αυτώ.
 
Και σεις θάλασσαι και νήσοι και όροι και κοιλάδες και φρούρια και πολυημνήτων μαχών παλαίστραι αντιβοάται εις αιώνας το όνομά του.
Συ δε αοίδιμε Κολοκοτρώνη, της απολυτρώσεώς μας γενναίε πρωταγωνιστά, αλυποτάτην αιώνιον και μακαρίαν ευφραίνου ευφροσύνην».
__________________________________________
 
 Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρών κ.κ. Χρυσόστομος ενθυμείται με δέος τις συγκλονιστικές στιγμές που μαζί με άλλους Κληρικούς της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας & Κυνουρίας, με ευλογία και εντολή του Γέροντός του Μητροπολίτου κυρού Θεοκλήτου και σε συνεργασία με τις τοπικές Αρχές έβγαλαν από την στήλη Αρχιερέων και Προκρίτων τα οστά του Κολοκοτρώνη, τα έπλυναν, τα εθυμίασαν, ετέλεσαν Τρισάγιο, τα ετοποθέτησαν σε ειδική λάρνακα και τα μετέφεραν στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Βασιλείου, για να τελεσθή η Θεία Λειτουργία και το πάνδημο Μνημόσυνο, στις 25.9.1993.
 
Ακόμη είναι νωπές στη μνήμη του οι συγκλονιστικές στιγμές που ο κόσμος κατά χιλιάδες κατέκλυσε τον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό της Τριπόλεως, την μεγάλη Κεντρική Πλατεία και τους δρόμους απ ὅπου πέρασε η ιερά πομπή – λιτανεία και που προσπαθούσε αυτός ο κόσμος να ακουμπήση στην λάρνακα που έκρυβε μέσα της τα οστά του λεοντόκαρδου Έλληνα, του θρυλικού Γέρου του Μωρηά.
 
Ακόμη περιγράφει την ανατριχιαστική και συγκλονιστική στιγμή, που ο τότε Μητροπολίτης Ναυπάκτου και νυν Μαντινείας κ. Αλέξανδρος, ο οποίος μετείχε προσκεκλημένος στους εορτασμούς, λίγο πριν τοποθετήση τα Λείψανα του Κολοκοτρώνη στην ετοιμασμένη θέση, στην βάση του Ανδριάντα, ζήτησε να την ανοίξουν για να ασπασθή την κάρα του Κολοκοτρώνη. Τότε όλοι ήθελαν να φιλήσουν το μέτωπο του Γίγαντα, του Μεγάλου Έλληνα και έγινε μεγάλος συνωστισμός γύρω από τον Ανδριάντα.
 
Ποιός μπορεί να ξεχάση αυτό το Τρισάγιο που έψαλε όλος ο Λαός και συγκλόνισε, ως ιερός σεισμός την Τριπολιτσά και που επισφραγίστηκε με το μυριόστομο «Αιωνία η μνήμη» και το «Αθάνατος»;
Ναι, ότι και να κάνουν, όσα και να πουν, όσο και να διαστρέψουν οι διεστραμμένοι την αλήθεια, ο Κολοκοτρώνης είναι ΑΘΑΝΑΤΟΣ και οδηγεί τους Έλληνες με τον δικό του ξεχωριστό στρατηγικό τρόπο, στη νίκη και τη δόξα.
Και όλοι οι Αγωνιστές του ’21 είναι ΑΘΑΝΑΤΟΙ.
Και η αλήθεια για την Επανάσταση και τους Αγώνες για την Λευτεριά είναι ΑΘΑΝΑΤΗ.
 
Από την Άγια Λαύρα αιώνια θα ακούετε το τραγούδι το βγαλμένο από τα τρίσβαθα της ψυχής των απροσκύνητων Ελλήνων:
 
Χαρά που τόχουν τα βουνά, τα κάστρα περηφάνεια
 
Γιατί γιορτάζει η Παναγιά, γιορτάζει και η Πατρίδα.
 
Να βλέπης Διάκους με σπαθιά, Παπάδες με ντουφέκια
 
Να βλέπης και τον Γερμανό, της Πάτρας τον Δεσπότη
 
Πως ευλογάει τ’άρματα, κι ευχέται τους λεβέντες.
 
 
 
 
 

 

[ Πίσω ]
Κοινοποίηση